Translate

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

Η διδασκαλία του Μακιαβέλι



«Τους αντιπάλους σου ή πρέπει να τους παίρνεις με το μέρος σου ή να τους εξοντώνεις» - Νικολό Μακιαβέλι

Ο όρος «μακιαβελισμός» φέρνει έως και σήμερα μια ιδιαίτερη αρνητική χροιά. Υπάρχει ένα ιστορικό ανέκδοτο που λέει, ότι όταν ο Μακιαβέλι κείτονταν ετοιμοθάνατος στο κρεβάτι του, τον πίεζαν να αναθεματίσει τον Σατανά και όλα του τα έργα. Εκείνος υποτίθεται ότι απάντησε: «Αυτή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να δημιουργήσω εχθρούς». Μήπως λοιπόν ο Μακιαβέλι ήταν όντως «ο φιλόσοφος του Σατανά»;

Ο Μακιαβέλι ήταν ένα παιδί της Αναγέννησης, δηλαδή μιας εποχής οπότε ανοίχτηκαν πολλές νέες προοπτικές σε όλους τους τομείς του πολιτισμού. Μελετώντας τον Ηγεμόνα υπό το πρίσμα της ιστορίας και της φιλοσοφίας, παρατηρεί κανείς ανεξάρτητα από την όποια ηθική αξιολόγηση του έργου, νέα ριζοσπαστικά στοιχεία. Εδώ βλέπουμε για πρώτη φορά το έργο του πολιτικού απαλλαγμένο από κάθε είδους μεταφυσική, ηθική ή θεολογική παραφιλολογία.

Με τον Μακιαβέλι ξεκινά η πολιτική φιλοσοφία των νεότερων χρόνων, η οποία αντιλαμβάνεται το κράτος σαν ένα είδος οργανισμού που έχει δημιουργηθεί από τον ίδιο τον άνθρωπο και εξετάζει το επάγγελμα του πολιτικού χωρίς να φοράει τα γυαλιά της ηθικής. Ο Μακιαβέλι είναι ο εμπνευστής της διδασκαλίας της πολιτικής σύνεσης. Η διδασκαλία της σύνεσης βασίζεται στην εμπειρία.

Ταυτόχρονα είναι ο πρώτος σημαντικός πολιτικός φιλόσοφος των νεότερων χρόνων, ο οποίος στηρίζει τη θεωρία του σε συγκεκριμένες εμπειρίες και παρατηρήσεις. Αυτό είναι ένα κοινό σημείο, που τον συνδέει με σημαντικούς ερευνητές της εποχής του, οι οποίοι θεμελίωσαν τις εμπειρικές φυσικές επιστήμες, όπως για παράδειγμα ο αστρονόμος Κοπέρνικος.

Γι’ αυτόν τον λόγο, το έργο του Μακιαβέλι είναι γεμάτο παραδείγματα, με τα οποία αποδεικνύει τις θέσεις του και τα οποία αντλεί από τις ακόλουθες δύο πηγές: τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής του και περιστατικά που αναφέρονται στα συγγράμματα των ιστορικών.

Ο Ηγεμόνας

Το ουσιώδες της σκέψης του Μακιαβέλι είναι συμπυκνωμένο σε ένα κείμενο που γράφτηκε τάχιστα, μέσα σε λίγους μήνες, στα τέλη του 1513. Ο Ηγεμόνας, από τα πλέον ονομαστά βιβλία στην ιστορία του πολιτικού στοχασμού, σηματοδοτεί πραγματική καινοτομία. Δημιουργεί κατά πολλούς τρόπους ρήξη με τις προηγούμενες πολιτικές σκέψεις. Είναι αλήθεια ότι σε πολλά σημεία ο Μακιαβέλι επεκτείνει στοχασμούς του Αριστοτέλη ή του Πολύβιου. Ωστόσο οι ασυνέχειες υπερτερούν ευρέως των κληροδοτημάτων.

Λόγω ακριβώς της εγγενούς καινοτομίας του, ο Ηγεμόνας δεν έχει πάψει να γίνεται αντικείμενο μελετών, σχολιασμών, επαίνων, μομφής, επιθέσεων απομιμήσεων και συχνά παρερμηνειών εδώ και περίπου τέσσερις αιώνες. Ο Χόμπς, ο Σπινόζα, ο Μάρξ και πολλοί άλλοι υπήρξαν προσεκτικοί και παθιασμένοι αναγνώστες του έργου. Ελάχιστα κείμενα έχουν προκαλέσει τόσο έντονη γοητεία και τόσο μεγάλη απόρριψη, ίσως και τόσες παρεξηγήσεις.

Μια από τις λέξεις κλειδιά αυτού του κειμένου είναι η virtu. Δεν πρόκειται διόλου για την «αρετή» με τη συνηθισμένη έννοια. Η λέξη virtu καταδεικνύει εδώ τη δύναμη, την ικανότητα δράσης, την επιτηδειότητα την οποία επιδεικνύει κανείς σε μια ενέργεια που το αποτέλεσμα της είναι, το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης.

Ο πολιτικός αγώνας, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τη virtu. Εξαρτάται, επίσης, από αυτές τις ίδιες τις καταστάσεις, από την εξέλιξή τους, από τις ενδεχόμενες αιφνίδιες μεταβολές τους. Αυτό το μερίδιο του τυχαίου, ο Μακιαβέλι το αποκαλεί fortuna – η τύχη, η ειμαρμένη, οι τυχαίες και μεταβαλλόμενες περιστάσεις. Διότι ίδιον των ανθρώπινων καταστάσεων είναι να παραμένουν ανοιχτές, κινούμενες, επιρρεπείς σε ξαφνικές και απρόβλεπτες μετατροπές.

Η συγκεκριμένη τέχνη του ηγεμόνα ασκείται στο σημείο συνάντησης της fortuna και της virtu: το θέμα είναι να παραμείνει αποτελεσματικός σε ένα κόσμο όπου τα δεδομένα αλλάζουν και μας διαφεύγουν αδιάκοπα. Εκείνο που σκιαγραφεί ο Μακιαβέλι είναι, κατά μία έννοια, μια γενική θεωρία της δράσης: ούτε πλήρως κυρίαρχης (η τύχη ματαιώνει τα σχέδιά μας), ούτε παντελώς αδύναμης (τα σχέδιά μας προσαρμόζονται και ματαιώνουν τα τυχαία γεγονότα).

Η τέχνη του πολέμου είναι ένα βιβλίο λιγότερο γνωστό και λιγότερο κουραστικό, τουλάχιστον φαινομενικά. Ωστόσο ο Μακιαβέλι δεν διστάζει να γράψει ότι αυτή η τέχνη του πολέμου είναι η μόνη που ταιριάζει σ’ αυτόν που διοικεί. Και εδώ, πάλι, ο λόγος είναι απλός: αυτός ο οποίος κατέχει τούτη την τέχνη αλλά δεν έχει ακόμη την εξουσία, θα καταφέρει να την κατακτήσει.

Και αυτός ο οποίος έχει την εξουσία θα καταφέρει να τη διατηρήσει εναντίον των αντιπάλων του. Αντιθέτως αυτός ο οποίος δεν κατέχει τούτη την τέχνη δεν θα καταφέρει ποτέ να κατακτήσει την εξουσία αν δεν την έχει ήδη κατακτήσει, ούτε θα μπορέσει να τη διατηρήσει αν το έχει ήδη πετύχει.

Είναι λοιπόν ουσιώδες να είναι κανείς «οπλισμένος», όπως λέει ο Μακιαβέλι, πράγμα το οποίο δε σημαίνει να έχει όπλα, αλλά να κατέχει την τέχνη του πολέμου, να γνωρίζει τους νόμους της νικηφόρου μάχης. Ο Μακιαβέλι δεν πλέκει το εγκώμιο του πολέμου. Στη σκέψη του δεν πρόκειται καν περί προτίμησης, αλλά περί διαπίστωσης: αυτή είναι η λειτουργία της πραγματικότητας.

Η μεταβολή που εισάγει η σκέψη του Μακιαβέλι συνίσταται εν κατακλείδι στην αναζήτηση της αλήθειας του κόσμου όπως ακριβώς είναι. Να πάψουμε να κρίνουμε, να θρηνούμε, να ονειρευόμαστε, να συγχέουμε τις επιθυμίες μας με την πραγματικότητα. Να προσπαθούμε, αντίθετα, να αποσυναρμολογούμε τους μηχανισμούς της πραγματικής λειτουργίας της εξουσίας, των ανθρώπινων σχέσεων, της ιστορίας.

Ο Μακιαβέλι περιορίζει το πεδίο του πολιτικού στοχασμού σε ένα κεντρικό θέμα: παίρνω την εξουσία (αν δεν την έχω) ή τη διατηρώ (αν την έχω). Οι έννοιες – κλειδιά δεν είναι πλέον η philia («φιλία» στα αρχαία ελληνικά), αυτή η έμφυτη αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων που διέκρινε ο Αριστοτέλης, ούτε η humanitas («ανθρωπιά» στα λατινικά) την οποία ο Κικέρων καθιστούσε το ελατήριο των δημόσιων πραγμάτων στην κοινότητα των ανθρώπων.

Αυτή η επιστήμη κατάληψης και διατήρησης της εξουσίας γίνεται αντιληπτή από τον Μακιαβέλι με τρόπο κυρίως δυναμικό και όχι στατικό. Αυτό είναι το δεύτερο νέο σημείο: η πολιτική είναι μόνιμη πάλη, αέναη κίνηση, συνεχώς δημιουργία. Το θέμα είναι πάντα το ίδιο: να δημιουργηθούν νέα κράτη. Διότι ο ηγεμόνας οφείλει να αποβλέπει στην επέκταση του, επομένως να έχει το σχέδιο για την απόκτηση νέων κρατών, για την επέκταση της κυριαρχίας και της εξουσίας του.

Στην αντίθετη περίπτωση θα χαθεί, διότι όλοι οι άλλοι θα αυξηθούν εις βάρος του. Η τακτική εκείνου που κυβερνά, λοιπόν, εγγράφεται σε μια κίνηση δίχως τέλος: μάχη για την επέκταση, άμυνα εναντίον των αντιπάλων δυνάμεων, χωρίς να παραλείπει να λαμβάνει υπόψη τη μεταστροφή της κοινής γνώμης, τις αιφνίδιες και επικίνδυνες αλλαγές που προκαλούνται από τα πάθη του λαού. Η δυναμική δεν σταματά ποτέ.

Η ρήξη που πραγματοποιείται με τη σκέψη του Μακιαβέλι είναι η επικέντρωση της πολιτικής ανάλυσης στο παιχνίδι των πολιτικών παθών. Είναι ο πρώτος που συλλαμβάνει με τρόπο τόσο σαφή και ριζοσπαστικό την πολιτική ως διαμάχη παθών (πάθος για επικυριαρχία, πάθος για διακυβέρνηση, πάθος για εκδίκηση) συνδεδεμένων με αγώνες οικονομικών και στρατιωτικών συμφερόντων. Αυτό το παιχνίδι περιπλέκεται εξαιρετικά από τις παρεμβάσεις των παθών του πλήθους.

Το να καταλάβει κάποιος την εξουσία και να τη διατηρήσει, σε τελική ανάλυση τι είναι; Τίποτε άλλο παρά η βέλτιστη προς τα συμφέροντα του χρήση των ανθρώπινων παθών και των αυταπατών που τα συντηρούν. Από αυτή την άποψη, η σκέψη του Μακιαβέλι εξετάζει μόνο την αποτελεσματικότητα. Η επιτυχία, για τον ηγεμόνα, επιτυγχάνεται με συγκεκριμένη και σύμφωνα με τις περιστάσεις επιδεξιότητα, και όχι σε σχέση με ιδανικά, ή ηθικά πρότυπα ή κανόνες. Το ουσιώδες είναι να πετύχεις το σκοπό σου, ασχέτως του τύπου των χρησιμοποιούμενων μέσων.

Βεβαίως, αυτή η έλλειψη ηθικών ενδοιασμών συνέβαλε στο να κριθεί αρνητικά η σκέψη του Μακιαβέλι. Επέτρεψε επίσης την πραγματοποίηση της διολίσθησης από τον όρο «μακιαβελιστής» (που του ανήκει αποκλειστικά) στον όρο «μακιαβελικός» (που του αποδίδεται λανθασμένα). Εν τούτοις, αυτή η ριζική απαισιοδοξία έχει το καλό ότι φέρνει απροκάλυπτα στο φως τη δύναμη των ανθρώπινων παθών και τις αδιάκοπες συγκρούσεις των.

Μπορεί κανείς να κατηγορήσει τον Μακιαβέλι για διάφορα πράγματα, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να τον κατηγορήσει ότι φιλοσοφούσε ανέξοδα κλεισμένος στο γραφείο του. Υπήρξε για πολλά χρόνια πολιτικός και διπλωμάτης. Το έργο του γράφτηκε όταν αναγκάστηκε από τις περιστάσεις να μείνει για κάποιο διάστημα μακριά από την πολιτική και με την ελπίδα ότι τα βιβλία θα τον βοηθούσαν να επανέλθει στην πολιτική σκηνή της Φλωρεντίας.

ΠΗΓΗ